|
Ένα μαύρο σύννεφο έχει κατασκεπάσει από χτες το πρωί, 18 του Μάη, μ’ αντάρα θλίψης και οδύνης, το χωριό μας. Ο ηλιακός δίσκος που πρόβαλε από την κορφή του Αγριλού, δεν πρόλαβε να ζεστάνει και να αναθερμάνει τις ελπίδες, του Κωνσταντή μας και των δικών του, για αναζωογόνηση. Η δύση πρόλαβε την ανατολή και αγκάλιασε το άστρο του, για να το ανεβάσει αψηλά στον Ουρανό, όπου θα λάμπει από σήμερα και εις τους αιώνες των αιώνων.
Γεννημένος μαζί με το άγγελμα του πολέμου, του 1940, έτους θλιβερού για τον τόπο μας. Ένας πόλεμος και η ζωή του αξέχαστου φίλου μας. Έδωσε αγώνα σκληρό για επιβίωση. Από κοπέλι βοηθούσε τον πατέρα του στο καφενείο. Έτυχε να το κληρονομήσει. Σκληρή η βιοπάλη. Μα ακόμη, πιο σκληρή κι ανελέητη, η δουλειά του καφετζή. Από νωρίς το πρωί, αξημέρωτα θα ‘λεγα καλύτερα, μέχρι και πέρα από τα μεσάνυχτα. Δεν πλούτισε. Η χαρά του ήτανε να προσφέρει υπηρεσίες.
Ανάλαβε ένα απλό καφενείο και το ανάγαγε σε πολιτιστικό κέντρο κι από απλός καφετζής ο Κωνσταντής, μεταμορφώθηκε σε κοινωνικό λειτουργό και διαλαλητή της ιστορίας και του πολιτισμού του χωριού μας. Από αυτό περάσανε μπουλούκια θιάσων. Μέσα σ’ αυτό δοξάστηκε ο μπερντές του καραγκιόζη. Όλες οι τελετές χαρούμενες και λυπητερές, γεμίσανε κατά καιρούς, με χαρές και δάκρυα τη μικρή αίθουσα του.
Ραδιόφωνο στην αρχή για τις ειδήσεις, μα και για διασκέδαση που προσφέρανε τα μουσικά του προγράμματα. Από τις διαφημίσεις του ραδιοφώνου «Κωτσόβολος Αριστείδου 9» τις οποίες το μικιό κοπέλι, το Κωστάκι, τις κατέγραφε στο νου του και τις επαναλάμβανε σα μαγνητόφωνο, του κολλήσανε το παρατσούκλι Κωτσόβολος, το οποίο, μετά χαράς το δέχτηκε και στην συνέχεια το μετουσίωσε, ως ισχυρό όνομα, που τελικά παρέμεινε, ως σήμα κατατεθέν για την Τουρλωτή.
Ύστερα ήρθε η εποχή της τηλεόρασης. Προνομιούχος η θέση του χωριού μας που δεσπόζει πάνω στο παπούρι και ευνοϊκή για τη λήψη της εικόνας. Ένεκα του γεγονότος τούτου, το καφενείο του Κωτσόβολου έζησε μέρες πανζουρλισμού. Από παντού ερχότανε κόσμος για να δει τη μαγική εικόνα του σύγχρονου πολιτισμού και ιδιαίτερα τις ημέρες ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων.
Ο γάμος του με την Ερμιόνη, προκομμένη και δουλευταρού, πιστή του συντρόφισσα στη δουλειά και στο σπίτι, αυγάτισε το νοικοκυριό του. Μαζί κι οι δυο, σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι, ξεκουράζανε ο ένας τον άλλο. Ήρθανε κι οι θυγατέρες, που στρωθήκανε κι οι δυο σιγά-σιγά στη δουλειά. Ο λίγος χρόνος που περίσευγε πήγαινε για γεωργικές απασχολήσεις, που συμπληρώνανε το οικογενειακό σιτηρέσιο. Μα κείνο που συμπλήρωσε την χαρά και την ευτυχία τους, ήτανε, η αποκατάσταση των θυγατέρων τους και το μεγάλωμα ακόμη πιο πολύ των μελών της οικογένειες με τον ερχομό των παιδιών, των παιδιών τους.
Πολυμερής και ευρηματικός ο Κωτσόβολος δεν αφοσιώθηκε μόνο στα του καφενείου και στα του σπιτικού του. ΄Εμαθε και την τέχνη του Ρολογά. Και πολλά άλλα ψιλοπράματα έκανε, όχι τόσο για εξοικονόμηση χρημάτων, αλλά για δική του προσωπική χαρά. Ακόμη και βιολί προσπάθησε να μάθει. Δεν το ‘παιζε τέλεια, μα σκιας το τσούγκριζε μιαολιά.
Τα καλοκαίρια το καφενείο έβλεπε χαρές και ξεφαντώματα. Γεμάτα μέσα κι έξω τα τραπεζάκια. Σαν μελίσσι όλη η οικογένεια, μαζί και οι θυγατέρες, προσφέρανε τα εδέσματα τους μελιτωμένα με το γλυκό χαμογέλιο τους.
Στις σκόλες των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς, το καφενείο μεταμορφωνότανε σε ναό της θεάς τύχης. Μαζί με τις χριστουγεννιάτικες και αγιοβασιλιάτικες ευκές ανακατευότανε κι εκείνες για γούρι και για μια καλή χρονιά.
Ο Κωσταντής είχε κι ένα άλλο ταπεραμέντο, αυτό της ανεκδοτολογίας. Το ανέκδοτο, λες κι ήτανε η ζωή του. Μάθαινε κι έλεγε. Δημιουργούσε κι ο ίδιος κι έλεγε. Τα απάγγελνε με ρυθμό και με τέλειο ορθοφωνητικό λόγο. Οι ακροατές, ορθώνανε τ’ αφτιά τους και στο τέλος εσκάγανε στα γέλια, μαζί κι ο ίδιος, που το ευχαριστιότανε ακόμη πιο πολύ.
Στο τεζάκι ακουμπισμένος, συνόδευε μερακλήδες πελάτες και κατέβαζε κι αυτός τις ρακές του. Τ’ άρεσε να πίνει, που και μια, για χατίρι της παρέας.
Ο Κωνσταντής μας, ο δια βίου σύντροφος της Ερμιόνης, ο καλός και στοργικός πατέρας, ο αγαπημένος παππούς των εγγονιών του, ο αξέχαστος φίλος μας, έχει ήδη εγκαταλείψει τον μάταιο τούτον κόσμο και πορεύεται σήμερον την μακαρία οδόν που άγει προς τους Ουρανούς.
Το καφενείο, ευτυχώς, δε θα κλείσει. Αυτό το στέκι, που κατέγραψε, χάρις στον Κωσταντή, μέσα στην εβδομηντάχρονη πορεία του, τη ζωντανή ιστορία του χωριού μας, πιστεύω, πως δεν θα πάψει να τη διαλαλεί. Ένα τόπος μνήμης και μνημείο για τον απελθόντα θα ‘ναι από δα και πέρα. Μέσα σ’ αυτό, η δική μας μνήμη, όσο καιρό βαστάξει, θα θρονιάσει τον Κωτσόβολο. Κι εκεί, καθώς θα ανεβοκατεβαίνουνε τα ρακοπότηρα, μέσα στο σύθαμπο, που δημιουργεί το οινόπνευμα στο πνεύμα, εμείς όλοι, όσοι θα πηγαίνομε σ’ αυτό το καφενείο, θα βλέπουμε, πίσω από το τεζάκι, να ξεπροβάλει, μέσα από ένα φωτεινό σύννεφο, η χαμογελαστή μορφή του Κοτσώβολου. Ε παιδιά, επαέ είμαι κι εγώ. Γεμίστε τα ποτήρια κι εβίβα πρώτη.
Εβίβα πρώτη, αξιαγάπητε και αξέχαστε φίλε Κωνσταντή. Καλό σου ταξίδι.
ΚΩΣΤΗΣ Ν. ΖΕΡΒΑΚΗΣ
ΤΡΙΤΗ 18 ΤΟΥ ΜΑΗ
ΩΡΑ 2.16 ΜΜ
|