Kopfbereich

Direkt zum Inhalt Direkt zur Navigation

Inhalt

Επικήδειος λόγος - Γεώργιος Μ. Καταπότης Γιιατρός Εκτύπωση E-mail
Αξιολόγηση χρήστη: / 1
ΦτωχόΑριστο 
Γράφει ο/η Κωστής Ν. Ζερβάκης   
03.07.11
ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ
ΓΙΑΤΡΟΣ
Ψες το δείλι, πρώτη του Ιούλη, την ώρα που ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, έγειρε κι ο προκείμενος νεκρός στο προσκεφάλι του και βασίλεψε μαζί με τον ήλιο.
Ο Γεώργιος Μ. Καταπότης, γεννήθηκε το 1917, εδώ στη Σητεία. Το μαρτυρεί ο ίδιος σ’ ένα ποίημα του.
Το μέρος που γεννήθηκα, Σητεία το λαλούν 
Κι είναι στην άκρη του γιαλού προς τ’ ανατολικά
Βλέπει τον ήλιο από παντού, χαϊδεύει την το κύμα
Έχει γι’ ανάσα τον βοριά και του Μαγιού τα μύρα
Πατέρας του ήτανε ο διάσημος γιατρός και άξιος πολιτικός άνδρας, Μιχαήλ Γ. Καταπότης, από τη Λάστρο και μητέρα του η Δέσποινα Ρουσελάκη από την Τουρλωτή. Ο εκλιπών ήτανε το πέμπτο μέλος, κατά σειρά γέννησης, μιας πολύτεκνης οικογένειας από τον πρώτο γάμο του πατέρα του. Τα παιδικά χρόνια, μοιρασμένα μεταξύ Σητείας και Τουρλωτής, τα πέρασε ξέγνοιαστα και ευχάριστα, παρ’ όλο που από μικρός έζησε τον θάνατο πολλών μικρών αδελφών του.
Στις εκμυστηρεύσεις του, θα μου πει ο εκλιπών. «Ο πατέρας μου, σε μια δύσκολη περίοδο για το Έθνος, (Βαλκανικοί πόλεμοι-Μικρασιατική καταστροφή), πρότασσε το συμφέρον της Πατρίδας παρά της οικογένειας του».
Όταν τέλειωσε το Γυμνάσιο, το 1936, αποφάσισε, ο δεκαεννιάχρονος πια Γεώργιος, να δώσει εξετάσεις, στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, πλην όμως, λόγω του επισυμβάντος αιφνιδίου θανάτου της μητέρας του, της ψυχής της οικογένειας, όπως μου είπε ο ίδιος, ένοιωσε τόση στενοχώρια, που ήτανε αδύνατο να σκεφτεί τις εξετάσεις και ως εκ τούτου, τις ανέβαλε για την άλλη χρονιά. Το 1937 δίνει εξετάσεις κατά τις οποίες επιτυγχάνει μεν, αλλά λόγω του περιορισμένου αριθμού εισακτέων, δεν εισέρχεται στη σχολή των ονείρων του και ζει την πρώτη αποτυχία της ζωής του. Δεν το ‘βαλε όμως κάτω. Αποφασίζει στα γρήγορα να μπαρκάρει κι εκεί, μεταξύ θάλασσας και ουρανού, παρέα με τα κύματα και τους γλάρους, να βρει γαλήνη και να κάνει μια πιο καλή προετοιμασία για την άλλη χρονιά, του 1938, οπότε και εισέρχεται θριαμβευτικά στην ιατρική. Να πως περιγράφει τη ζωή του ναύτη, μέσα σ’ ένα τετράστιχο του.
Ακόμη και στον ύπνο μου, ακούω το τραγούδι
Κι άλλα πολλά στης θάλασσας τα πλάτη
Με της αυγής το ρόδισμα και τ’ ήλιου το γιορτάσι
Με τιμονεύαν στη ζωή μ’ απόφαση και δράση
Ο Γεώργιος Μ. Καταπότης διάνυσε μια πορεία ζωής πολυκύμαντη και φωτεινή. Από νωρίς στρατεύτηκε στην Υπηρεσία του Έθνους. Παρών στον πόλεμο του ’40, παρών και στην αντίσταση της κατοχής. Γνωστή σε όλους, η περιπέτεια που έζησε στα ναζιστικά στρατόπεδα, από τον Γενάρη του 1943 ως τον Αύγουστο του 1945. Εμένα, θα μου πει στις πολύωρες εκμυστηρεύσεις του, «με πιάσανε εδώ, στη Σητεία, στις 30 του Γενάρη του 1943, ύστερα από προδοσία. Κανείς δεν ήξερε που έμενα, παρά μόνο ένας. Δε θέλω να αναφέρω το όνομα του, γιατί δεν είναι σωστό να προσβάλω πολλούς άλλους  έντιμους, που κατά τύχη φέρουν το ίδιο ονοματεπώνυμο, με εκείνον τον αχαρακτήριστο». Αυτό ήταν και το μεγαλείο της ψυχής του. Να πως περιγράφει σ’ ένα ποίημα του τη ζωή της αιχμαλωσίας. 
ΟΜΗΡΟΣ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΜΑΤΧΑΟΥΖΕΝ
              ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 38275
Ξάφνου, μας άρπαξαν οι Γερμανοί
Μας έριξαν στο στρατόπεδο του τρόμου
Στα τρελά της φυλακής, μας έντυσαν
Όλοι ανώνυμοι, μ’ ένα και μόνο αριθμό
Μας έσπρωξαν σα σκλάβους στη δουλειά
Σκληρή δουλειά μέρα και νύχτα
Γίναμε σκελετοί από κακουχίες και πείνα
Μας έπνιγε του κρεματορίου η κνίσα
Και του θαλάμου αερίων η δυσοσμία
Στις αγχόνες βλέπαμε κρεμασμένους τους   συντρόφους μας
Να περάσουμε, μας υποχρέωναν από τα σκέλη τους
Κι όμως ψηλά κρατήσαμε το θάρρος μας
Μέχρι που φτάσαμε του λυτρωμού τη μέρα
Για να διηγούμαστε του φασισμού τα έργα
Σητεία 1959  Γ. Μ.  ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ
Θες από τύχη, θες με τη βοήθεια του θεού, επέζησε και επέστρεψε από τα κάτεργα του θανάτου. Όλοι εδώ στη Στεία το καταχαρήκανε που γύρισε σώος και αβλαβής στα πάτρια εδάφη, ο ξεγραμμένος.
«Εδώ δεν τελειώσανε τα βάσανα μου», θα μου πει, στις με πόνο εξομολογήσεις του. «Ένα άλλο στρατόπεδο,  περίμενε με ανοιχτές τις Πύλες να με φιλοξενήσει. Αυτό της Μακρονήσου. Στο αφιλόξενο αυτό ξερονήσι, όπου Έλληνες βασάνιζαν, ω τι δυστυχία! άλλους Έλληνες και μάλιστα αγωνιστές της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας, με απομόνωσαν ως μιαρό άτομο κάποιοι εθνοπατέρες. Οι δάφνες που έδρεψα στα ναζιστικά στρατόπεδα ξεραθήκανε πάνω στο άνυδρο νησί. Οι πικροδάφνες, αλίμονο, τις πνίξανε…».  
Γλύτωσε ως εκ θαύματος, ο ταλαιπωρημένος αγωνιστής κι απ’ κείνο το κάτεργο του εμφύλιου σπαραγμού και το 1952 επέστρεψε στην πόλη μας με το δίπλωμα του γιατρού στο χέρι.
«Ευθύς μετά την εγκατάσταση μου στη Σητεία, θα μου εκμυστηρευτεί, ασχολήθηκα και με τις περιουσιακές μου υποθέσεις, καθώς, μετά το θάνατο του πατέρα μου, παρέμεναν πολλά ζητήματα εκκρεμή. Λίγο πριν επιστρατευθώ, πέθανε, στις 30 Απριλίου του 1947, ο πατέρας μου, αλλά και πάλι δεν πρόλαβα την τελετή της κηδείας του όπως και της μητέρας μου, λόγω κακών συγκοινωνιακών μέσων κατά την εποχή εκείνη».
Για το επάγγελμα του γιατρού, μου δήλωσε. «Ασκούσα αποστολική ιατρική». 
Για τη συμμετοχή του στα κοινά, ακούστε τι μου εκμυστηρεύτηκε ο εκλιπών.
«Ανακατεύτηκα και με τα κοινά. Έβαλα υποψηφιότητα Δημάρχου, αλλά μου μουντάρανε όλοι, οι της εδώ ελίτ, Δεν με ενδιέφερε άρον-άρον το Δημαρχειλίκι. Το ενδιαφέρον μου εστιαζότανε, στο να μπω στο Δήμο, γιατί εκεί θα μπορούσα να έχω δράση. Έτσι κατάφερα να μπω στον Δήμο με ένα ακόμη Σύμβουλο δικό μου. Δήμαρχος εκλέχτηκε ο Πατερόπουλος, μετά τον θάνατο του οποίου, τον διαδέχτηκε ο Λιναρδάκης. Μετά το Λιναρδάκη Δήμαρχος εκλέχτηκε ο Χατζηκώστας.
Συνεχίζοντας τις εκμυστηρεύσεις του όσον αφορά την οικογένεια του, μου λέει. «Το 1956, παντρεύτηκα την αγαπημένη μου Μαρίκα. Το 1959 γεννήθηκε η θυγατέρα μας Σούλα. Το 1963 γεννήθηκε η δεύτερη θυγατέρα μας, η Δέσπω. Κι οι δυο σπουδάσανε η μεν πρώτη την Ιατρική (έχει εργαστήριο Μικροβιολογίας) η δε δεύτερη τη Νομική (ασκεί το επάγγελμα του Συμβολαιογράφου). Η οικογένεια μας πλήθυνε και ομόρφαινε ακόμη πιο πολύ με τις εγγονούλες μας». 
Συνεχίζοντας στα δημαρχιακά, μου αποκαλύπτει. «Στις δημοτικές εκλογές του 1961 εκλέχτηκα για πρώτη φορά Δήμαρχος Σητείας. Επανεξελέγην για δεύτερη φορά το 1964. Η χούντα με βρήκε, το 1967, στη θέση του αιρετού Δημάρχου Σητείας και δε με καθαίρεσε. Παρέμεινα, μόνο και μόνο, να εξυπηρετήσω όπως μπορώ τους συνδημότες μου. Ο λαός της Σητείας αναγνωρίζοντας τις προσφερθείσες προς αυτόν υπηρεσίες και τις πολλαπλές ευεργεσίες μου, με εξέλεξε, για τρίτη φορά αιρετό Δήμαρχο Σητείας, στις Δημοτικές εκλογές του 1979. Ο κόσμος αυθόρμητα πανηγύρισε την επανεκλογή μου».
Αναφερόμενος στα της ασθένειας του, εξιστορεί.
«Το 1982 αρρώστησα, όλως αιφνιδίως και αναγκάστηκα να μεταβώ στο Χιούστον του Τέξας, συνοδευόμενος από τη γυναίκα μου, για μια χειρουργική επέμβαση στην καρδιά. Δυστυχώς κάτι δεν πήγε καλά κατά την νάρκωση και παραλύσανε τα πόδια μου. Καθ’ όλο το διάστημα της απουσίας μου στην Αμερική και της παρουσίας εδώ, όταν γύρισα, με αναπλήρωνε επάξια στα καθήκοντα μου, μέχρι να λήξει η δημαρχιακή μου θητεία, ο Διονύσης Γιαννακάκης. Το 1984, παρέδωσε αυτοπροσώπως τον Δήμο Σητείας στον εκλεγέντα Δήμαρχο Νίκο Πετράκη». 
Εν συνεχεία, αυτοελεγχόμενος, μου ομολόγησε.
«Με συναίσθηση ευθύνης προς τον λαό, που με όρισε δια της ψήφου του εκλεχτό του και με γνώμονα πάντα τα συμφέροντα του Δήμου, εκτέλεσα τα καθήκοντα μου. Δεν παρέβην ποτέ τους Νόμους. Την αμοιβή μου ως Δημάρχου, την διέθετα πάντα στο γενικό ταμείο του Δήμου. Οι υπηρεσίες μου παρεχότανε προς όλους αφιλοκερδώς». 
Συνεχίζοντας περαιτέρω, ο αισθαντικός σύζυγος, μου είπε για την οικογένεια του.  
«Η γυναίκα μου,  μου συμπαραστάθηκε ολόψυχα στις δυσκολίες που μου τύχανε και που, χωρίς τις συνεχείς φροντίδες της, θα ήτανε αδύνατη η επιβίωση μου. Μετά το ατυχές γεγονός της αναπηρίας μου, σήκωσε και συνεχίζει να σηκώνει πάνω στα χέρια της, όλο το βάρος της διοίκησης του οίκου μας. Της χρωστάω άπειρη ευγνωμοσύνη, γι’ αυτό και  την αγαπώ απεριόριστα».
Το οδοιπορικό της ζωής του γιατρού Γεωργίου Μ. Καταπότη με συγκλόνισε. Όσο χρόνο, κράτησε η διήγηση του, έζησα κι εγώ μαζί του, τα συνταρακτικά και δραματικά γεγονότα της πολυκύμαντης και πολυτάραχης ζωής του. Θαύμασα τον άνθρωπο. Θαύμασα το θάρρος του με το οποίο αντιμετώπισε τις αντίξοες περιστάσεις που του τύχανε. Θαύμασα τον γιατρό, που ανάγαγε την επιστήμη του από επάγγελμα σε ιερό λειτούργημα. Θαύμασα τον πολιτικό που έμεινε πιστός στο λαό που τον περιέβαλε με την εμπιστοσύνη του και δεν τον πρόδωσε.
Ο γιατρός Γεώργιος Μ. Καταπότης, δεν απεκόμισε πλούτη, τόσο από την συμμετοχή του στα κοινά, όσο και από την επιστήμη του. Υπήρξε ανιδιοτελής η προσφορά του προς την κοινωνία.
Η περίοδος της χούντας των Συνταγματαρχών, η λεγόμενη επταετία, 1967-1974, βρήκε τον Γεώργιο Μ. Καταπότη αιρετό  Δήμαρχο. Προτίμησε να παραμείνει, αφού δεν εκδιώχτηκε, για να υπηρετήσει το Στειακό λαό. Δεν απεμπόλησε την ιδεολογία του. Με δημοκρατικότητα και χωρίς ίδιον συμφέρον διακυβέρνησε τον Δήμο, σε μια δύσκολη περίοδο της Χώρας μας και υπηρέτησε, κατά το καλύτερον τρόπο και κατά το δυνατό, τους συμπολίτες του. 
Όπως στη δημόσια ζωή, έτσι και στην ιδιωτική του, υπήρξε πρότυπο. Δημιούργησε μια εξαίρετη οικογένεια με παιδιά κι εγγόνια, που του προσφέρανε, μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, απεριόριστη στοργή και αγάπη και που σήμερα, όλα μαζί, τον κατευοδώνουν με πόνο ψυχής στην τελευταία του κατοικία. 
Εδώ, θέλω να αναφερθώ σε μια παιδική μου ανάμνηση. Κάποιο απόγεμα, του 1952 ή 1953, αν ενθυμούμαι καλώς, η παρέα του Γιώργη του Καταπότη-έτσι τον επονομάζαμε εμείς οι Τουρλωτιανοι-έκανε τη βόλτα της στο δρόμο προς τα Πλατανάρια. Μεταξύ των περιπατητών ήτανε και ο πατέρας μου. Εγώ, μαθητάκος Γυμνασίου, ακολουθούσα διακριτικά από κοντά. Χαρισματικός στην κουβέντα του ο γιατρός, έτερπε κι έθελγε τους συνοδοιπόρους του. Καθώς μιλούσε και χειρονομούσε, ένα πακέτο τσιγάρα, του ‘πεσε από τα χέρια. Έτρεξα να το συμμαζέψω από χάμω. Του ‘ριξα μια γρήγορη ματιά και μπόρεσα να διαβάσω μια φράση γραμμένη στα γαλλικά «VIVE LA LIBERTE».
Αργότερα κατάλαβα, πως αυτός ο άνθρωπος, με τα έργα και τις ημέρες του, ζητωκραύγαζε μια ολάκερη ζωή την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Ο κάθε άνθρωπος έχει τα συν και τα πλην του, τα καλά και τα κακά του. Στον Γεώργιο Μ. Καταπότη τα καλά περισσεύουνε.
Οφείλω να ομολογήσω την αγάπη και την εκτίμηση που τρέφω προς το πρόσωπο του αγωνιστή, του γιατρού και του πολιτικού άνδρα, που αφιλοκερδώς υπηρέτησε την κοινωνία. 
Αισθάνομαι το χρέος να τον ευχαριστήσω, για την υψίστη τιμή, που περιποίησε προς εμέ, να μου εκμυστηρευτεί τα όσα μύχια της ψυχής του, εν είδη, θείας εξομολόγησης. Υποκλίνομαι με σεβασμό και με άπειρο θαυμασμό μπρος στην πληθωρική και πολυτάλαντη προσωπικότητα, του αγαπητού φίλου και εξαίρετου συμπολίτη, όπως και τώρα, σ’  αυτή την ιερή στιγμή της εκδημίας του, αισθάνομαι την ανάγκη, που μου υπαγορεύει  το χρέος, να αποτίσω φόρο τιμής, μπρος στο σεπτό σκήνωμα του εξέχοντα άνδρα και άξιου αγωνιστή της Ελευθερίας, 
ΚΩΣΤΗΣ Ν. ΖΕΡΒΑΚΗΣ
2 ΙΟΥΛΙΟΥ 2011
 
< Προηγ.   Επόμ. >