Kopfbereich

Direkt zum Inhalt Direkt zur Navigation

Inhalt

Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης - Ο Ιεραπόστολος της Σπιναλόγκας Εκτύπωση E-mail
Αξιολόγηση χρήστη: / 9
ΦτωχόΑριστο 
Γράφει ο/η Κωστής Ν. Ζερβάκης   
29.05.11
ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΡΕΜΟΥΝΤΑΚΗΣ
Ο ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑΣ

Είναι γνωστή η τηλεοπτική σειρά το «Νησί». Μεγάλη και η τηλεθέαση της. Το δράμα των χανσενικών που παίχτηκε πάνω στη Σπιναλόγκα, κίνησε το ενδιαφέρον του τηλεοπτικού κοινού.
Παρακολούθησα κι εγώ το πρώτο επεισόδιο. Στο δεύτερο σφίχτηκε η ψυχή μου και το παράτησα. Σε μικρή ηλικία και από πολύ κοντά, είχα ζήσει το δράμα αυτών των δυστυχισμένων με τη στάμπα της λέπρας.
Η Σπιναλόγκα είναι απέναντι από τη γενέτειρα μου, την Τουρλωτή. Μας την έδειχναν οι μεγαλύτεροι. Να εκεί πέρα κλείσανε τον τάδε ή την τάδε. Βαρύ τίμημα σ’ αυτήν την καταραμένη αρρώστια, πλήρωσαν το χωριό μου και τα διπλανά χωριά.
Ο παππούς μου ήτανε γιατρός. Στις υπηρεσίες του προσφεύγανε οι πρωτοσημαδεμένοι. Θυμάμαι καλά το δράμα μιας όμορφης νέας κοπέλας. Ήρθε ένα πρωί θορυβημένη και λέει στον παππού. «Γιατρέ έλα να σου δείξω κάτι κόκκινα σημάδια που έχω στο σώμα μου».  Την έμπασε στο γραφείο του ο παππούς και σε λίγα λεπτά τον άκουσα να της λέει. «Κακομοίρα μου, φύγε αμέσως να πας στην Αθήνα, χωρίς να πεις μιλιά σε κανένα, για μη σε κλείσουνε στη Σπιναλόγκα». Ευτυχώς είχε βρεθεί εν τω μεταξύ το φάρμακο και αποθεραπεύθηκε εντελώς.
Όλες αυτές οι παιδικές μου μνήμες, φρενάρανε το ενδιαφέρον μου να δω ευχάριστα, τα όσα έφερνε στο φως η τηλεοπτική εικόνα. Παρ’ ολ’ αυτά πήρα χαμπάρι ένα όνομα άγνωστο σε μένα μέχρις εκείνης της στιγμής. Το όνομα του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη.
Κάποια μέρα και ενώ έπινα τον καφέ μου στο καφενείο, ακούω ένα διπλανό μου να αναφέρει το όνομα του Ρεμουντάκη και να λέει πως φροντίζει να εκδώσει σε βιβλίο τα απομνημονεύματα του. Ξαφνιάστηκα, γιατί αυτά τα λόγια, μου κεντρίσανε το ενδιαφέρον. Άδραξα την ευκαιρία και χωρίς να χάσω χρόνο, ρωτώ τον άγνωστο μου και καφενειακό συνδαιτυμόνα. Ποιος είσαι ‘σύ;
Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω και μου αυτοσυστήθηκε. «Είμαι ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης, ανιψιός του πρωταγωνιστή και πρωτεργάτη της ΝΗΣΙΟΥ. Προς τιμήν του με βαφτίσανε με τ’ όνομα του». Χάρηκα για την τόσο αναπάντεχη γνωριμία και τον παρακάλεσα να κάτσει δίπλα μου για να κουβεντιάσουμε διάφορα περί αυτού. Το δέχτηκε ευχάριστα. Στη συζήτηση που ακολούθησε είπαμε πολλά. Μου μίλησε για το βιβλίο των εξακοσίων περίπου σελίδων, που με τη φροντίδα της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου, ετοιμάζεται.
«Ο θείος μου, άρχισε να μου διηγείται, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όντας τυφλός και ανάπηρος στα χέρια, μη μπορώντας να γράψει, υπαγόρευσε σε άλλο άτομο τα ενθυμήματα της τραγικής ζωής του. Κάποια ομάδα φοιτητών της Ιατρικής, κινούμενη από επιστημονικό ενδιαφέρον, ζήτησε να μελετήσει αυτά τα ζωντανά βάσανα της ζωής του θείου μου και στη συνέχεια τα δακτυλογράφησε εν περιλήψει σε λίγες σελίδες. Θα σου της δώσω να τις διαβάσεις».
Χάρηκα για την ανέλπιστη αυτή προσφορά και τον ευχαρίστησα αναμένοντας με αδημονία την πραγματοποίηση της. Πράγματι δεν άργησε να μου την φέρει. Αμέσως, μόλις πήρα τις δακτυλογραφημένες σελίδες, πήγα σπίτι κι άρχισα να τις διαβάζω. Με εξέπληξαν από την πρώτη στιγμή αυτά τα γραφτά. Μέσα σ’ αυτά τα μνημειώδη απομεινάρια μιας τραγικής ζωής, ο αοίδιμος πρωταγωνιστής τους, εξιστορεί τα πάντα με καλλιέπεια λόγου, με σαφήνεια, με ορθολογισμό, με κρίση σοφού, από της παιδικής του ηλικίας μέχρι τα στερνά του.
Θα προσπαθήσω να μεταφέρω σ’ αυτό εδώ το γραφτό μετά σχολιασμού, τα κυριότερα σημεία αυτής της διήγησης, που σημαδεύουν μια φωτεινή πορεία μέσα στο χάος.
Στον πρόλογο του ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης αναφέρει. «Το βιβλίο αυτό δε θα γραφόταν ποτέ, αν δεν υπήρχε μέσα μου ένα κύμα αγανακτήσεως εναντίον όλων εκείνων, που ησχολήθησαν με το θέμα της ζωής των χανσενικών». Στη συνέχεια απευθύνεται στους νέους και τους προτρέπει. «Νέοι και νέαι όλου του κόσμου αγωνιστείτε με όλες σας τις δυνάμεις, για να γκρεμίσετε τα τείχη των προκαταλήψεων και να ρίξετε πλούσιο φως, για να φωτίσετε τα σκοτεινά σημεία της ζωής μας, που με χίλιους τρόπους, προσπάθησαν οι κοινωνίες να κρύψουν».
Η διήγηση του Ρεμουντάκη είναι καταπληκτική. Με μαεστρία φτασμένου λογοτέχνη, εξιστορεί όλα τα περιστατικά της ζωής του. Περιέχει ιστορικά, δημογραφικά, καθώς και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της εποχής εκείνης.
…»Γεννήθηκα στο χωριό της Σητείας Αγία Τριάδα… Καθρέφτης του χωριού είναι, σαν μισοφέγγαρο, το Λιβυκό Πέλαγος… Οι Ενετοί ονόμασαν το χωριό Μικρό Μισιράκι. Η ονομασία αυτή δόθηκε ειρωνικά και σ’ αντίθεση με την μικρότητα και τη φτώχεια του χωριού. Μισίρι έλεγαν ανέκαθεν στην Κρήτη την πάντοτε πλούσια και μυθική Αίγυπτο… τη θέση των Ενετών, το 1669, κατέλαβαν οι Τούρκοι… Οι Τούρκοι, θέλοντας να μολέψουν κι αυτοί, το μικρό αυτό χωριό, του έδωσαν το όνομα Τσο, που είναι ένας τρόπος και ένα επιφώνημα για να διώχνουν τους χοίρους. Το όνομα αυτό, το κράτησε μέχρι το 1920,οπότε ο μεγαλύτερος αδελφός μου Εμμανουήλ, δικηγόρος το επάγγελμα, κατόρθωσε να το μετονομάσει σε Αγία Τριάδα από την ομώνυμον Εκκλησία του χωριού»…
…Τα παλαιότερα χρόνια, κάθε οικογένεια φρόντιζε να είναι αυτάρκης. Έβγαζε το λινάρι που χρειαζότανε για τα καλοκαιρινά ρούχα, για τις ειδικές σεντόνες που άπλωνε κάτω από τις ελιές για να τις ραβδίσει και το μαλλί από τα πρόβατα, για τα ειδικά ρασίδια και τις κάπες…
…Η φιλοπονία και η εργατικότητα των κατοίκων εξασφαλίζανε μια ζωή ξένοιαστη κι ευτυχισμένη χαρούμενων ανθρώπων, που δεν άφηναν ευκαιρία στις μεγάλες εορτές να ξεφαντώνουν σε κοινές διασκεδάσεις, σαν ξένοιαστα παιδιά ανεξαρτήτου ηλικίας, ενώ οι γεροντότεροι θυμόταν τα παλιά τους, όταν οι νέοι χόρευαν και διασκέδαζαν…  
…Μέσα σ’ αυτό το ήρεμο, το φυσικό και ξένοιαστο περιβάλλον, μια Αυγουστιάτικη μέρα, 4 του μηνός του 1914 ήλθα στον κόσμο και αντίκρισα το φως της ημέρας. Γεννήθηκα, όταν άρχιζε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, η μεγάλη αυτή τρικυμία κι ανθρωποσφαγή. Ίσως αυτό να επέδρασε και στη ζωή μου, που υπήρξε μια τρικυμία χωρίς τέλος».
 Πράγματι η ζωή του βασανισμένου αυτού ήρωα μας υπήρξε πολυκύμαντη και τρικυμιώδης, αλλά και γόνιμη. Η πρώτη του εμπειρία από τη ζωή, σε ηλικία τριών ετών, ήταν η γέννα της μάνας του στο ύστερο κοπέλι, τον Βίκτωρα. Καταγότανε από μια πολύτεκνη αλλά ευκατάστατη οικογένεια, που είχε επτά παιδιά, έξι αγόρια και μια θυγατέρα.
 Πρώτος ο Εμμανουήλ, σπούδασε Νομικά. Δεύτερος  ο Γεώργιος έγινε γιατρός. Τρίτος ο Ιωάννης σπούδασε στην Εμπορική. Τέταρτος ο Φιλοκτήτης, φοιτούσε στο Δραγάτσιο Λύκειο και μάθαινε ξένες γλώσσες. Πέμπτη η Μαρία. Έκτος ο Επαμεινώνδας. Έβδομος ο Βίκτωρας. 
 Το 1921 και εντελώς ξαφνικά, τα παιδιά χάνουν τη μάνα τους και χαλά η αρμονία του σπιτιού που τη ζηλεύανε όλοι. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, ο Φιλοκτήτης παθαίνει νευρικό κλονισμό και διακόπτει τις σπουδές του, ο Ιωάννης αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του για να βοηθά τον πατέρα στις δουλειές του και η Μαρία αναλαμβάνει τα του οίκου με τη βοήθεια μιας υπηρέτριας.
 Στο Δημοτικό Σκολειό, ο μικρός Επαμεινώνδας, ήτανε ο καλύτερος μαθητής. Ο δάσκαλος, όταν συναντούσε τον πατέρα του, του ‘δινε πάντα συγχαρητήρια για το γιο του κι ο μικρός μαθητάκος, το ‘παιρνε απάνω του κι έκανε όνειρα για ανώτατες σπουδές, χωρίς να αφήνει ασυγκίνητη την παιδική ψυχή το δράμα της Μικρασιατικής καταστροφής, που το ‘ζησε στην ηλικία των οκτώ ετών.
 Το Μάιο του 1926 σε μια επίσκεψη του Σχολίατρου διαπιστώνεται το πρώτο σύμπτωμα στο μπράτσο του μικρού Επαμεινώνδα. Ήταν μια στρογγυλή κηλίδα ελαφρώς ερυθρά. Ο γιατρός ανακοινώνει στον πατέρα του το δυσάρεστο αυτό γεγονός. Αποφασίζεται στα γρήγορα η αναχώρηση του μικρού μαθητή, που διάνυε ήδη την έκτη τάξη του Δημοτικού, στην Αθήνα, όπου προ έτους είχε πάει και η αδελφή του Μαρία χτυπημένη από την ίδια αρρώστια. 
 Ο Γολγοθάς για τον Επαμεινώνδα αρχίζει. Με τρόπο τον προετοιμάζουνε. Σε λίγες μέρες θα σου στείλομε και το απολυτήριο του Δημοτικού, του λένε και τον καθησυχάζουνε. Με φοράδα η διαδρομή ως το Λιμάνι. Με βάρκα ως το πλοίο. Πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες ο πλους του βαποριού. Στο Πειραιά η αποβίβαση γίνεται ακόμη με βάρκες και οι μεταφορά των αποσκευών, ως τον Σταθμό του ηλεκτρικού τραίνου, με χειράμαξες. 
 Στην Αθήνα θα υποδεχτεί τον Επαμεινώνδα, ο αδελφός του Γιώργος, ξετελεμένος γιατρός, με δική του μάλιστα κλινική. Διαμένουν όλοι στην οδό Παράσχου, τέρμα Ιπποκράτους. Με τη φροντίδα του αδελφού τους γιατρού, οδηγούνται τα δυο αδέλφια, Μαρία και Επαμεινώνδας, στο Ινστιτούτο Παστέρ, όπου δυο διακεκριμένοι επιστήμονες-ερευνητές, ο Έλληνας Καμινόπετρος και ο Γάλλος Μπλανς, είχανε σημειώσει κάποια πρόοδο στη θεραπεία των χανσενικών. Αισιόδοξα τα πρώτα σημάδια της θεραπείας. Η ελαφρώς ερυθρά κηλίδα στο μπράτσο του Επαμεινώνδα εξαφανίστηκε εντελώς.
 Το απολυτήριο του Δημοτικού στάλθηκε από το χωριό. O Επαμεινώνδας προετοιμάζεται και δίνει εισιτηρίους εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Περνά από τους πρώτους. Παράλληλα, αυτός και η αδελφή του, με την καθοδήγηση του αδελφού τους γιατρού, πηγαίνουν δυο φορές τη βδομάδα και συνεχίζουν τη θεραπεία τους στο Ινστιτούτο Παστέρ, με καλά αποτελέσματα.
 «Κι έτσι ξαφνικά», σημειώνει ο Ρεμουντάκης στην εξομολόγηση του, «το παιδί των 12 ετών γέρασε απότομα. Το αυθόρμητο γέλιο και η παιδική χαρούμενη ζωή σταμάτησαν, παιγνίδια και ότι άλλο ανήκει στην παιδική ζωή εγένοντο προσποιητά, για να μη μπορέσουν τα άλλα παιδιά να αντιληφθούν το μεγάλο μου μυστικό, τη μεγάλη κατάρα που με βάραινε και που ανυπολόγιστες θα ήταν οι συνέπειες. Θυμόμουν, όταν ήμουν στο χωριό, που κάποτε είχε έλθει ένας λεπρός από τη Σπιναλόγκα και είχε εγκατασταθεί λίγο έξω από το χωριό μας. Περίεργα όλα τα παιδιά πηγαίναμε και τον κοιτούσαμε με κάποιο φόβο και απορία, όταν μια συγχωριανή μας περνώντας απ’ εκεί, μας είπε. ‘Φύγετε απ’ εδώ, γιατί την ώρα που σας κοιτάζει, μπορεί να σας κολλήσει την αρρώστια’. Αυτή η παρότρυνσις και ο τρόπος που μας είπε πως μπορεί να μας κάμει ν’ αρρωστήσουμε, χαράχτηκε βαθειά μέσα στην ψυχή μου και μου επέδρασε βαθύτερα στον ψυχικό μου κόσμο, ώστε να φροντίζω με πολλή σχολαστικότητα να προστατεύω τους συνανθρώπους μου για να μην τους μεταδώσω αυτήν την ασθένεια με τα τραγικά επακόλουθα της, που και τώρα, που είμαι αποθεραπευμένος, αποφεύγω από ένστικτο τη χειραψία».  
 Το πρώτο καλοκαίρι στην Αθήνα, το πέρασε, όπως αφηγείται ο ίδιος ο μικρός Νώντας, γεμάτο αμφιταλαντεύσεις ανάμεσα στην ελπίδα και την απογοήτευση. Το ίδιο εκείνο καλοκαίρι ο αδελφός του, ο γιατρός, θέτει σε λειτουργία δική του κλινική επί της οδού Αγ. Κωνσταντίνου 32, όπου διαμένει ο ίδιος. Για τα αδέλφια του ενοικιάζει εκεί κοντά, επί της οδού Ζήνωνος 33, ένα σπίτι με δυο δωμάτια και κουζίνα. Το Φθινόπωρο του 1926 εγγράφεται στο 9ο Γυμνάσιο Αθηνών, όπου έχει Γυμνασιάρχη τον Αντώνιο Χωραφά και καθηγητή φιλόλογο τον Αλέξανδρο Παγώνη από το Ρέθυμνο. Προβιβάζεται στη Δευτέρα τάξη με άριστα. Τον άλλο χρόνο, με προτροπή του αδελφού του, εγγράφεται στο 3ο Γυμνάσιο Αθηνών, επί της οδού Σόλωνος στο Κολονάκι.
 «Στο γυμνάσιο αυτό», λέει ο αφηγητής μας,  «φοιτούσαν παιδιά αριστοκρατικών οικογενειών και ήθελε ο αδελφός μου να φοιτώ κι εγώ ανάμεσα τους. Το Γυμνάσιο αυτό, μου έχει αφήσει πολλές αναμνήσεις, που μου τις φρεσκάρισε, πολύ αργότερα, ο συμμαθητής μου και φτασμένος θεατρικός συγγραφέας Αλέκος Σακελλάριος στο κινηματογραφικό έργο του ‘το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο’….είχα ένα καλό θεολόγο καθηγητή, ονόματι Λαμπιδάκη από το Ρέθυμνο. Παρ’ όλο που με φόβισε την πρώτη μέρα, με αγαπούσε κατόπιν πολύ. Έδειχνε υπερηφάνεια για μένα. Ποτέ δεν τον ντρόπιασα, ούτε στο ήθος, ούτε στην πρόοδο μου στα μαθήματα.  Προσεχτικός παρατηρούσα στη ζωή, κάτω από το προσωπικό μου δράμα και αργά-αργά καλλιεργούτανε μια βαθειά πίστη στο θεό, την μοναδική σίγουρη ελπίδα πάνω στην οποία γαντζώνεται ο κάθε πονεμένος, που δεν πρόλαβε να διαφθαρεί από αθεϊστικές και υλιστικές θεωρίες. Πάντοτε προ των οφθαλμών μου είχα, εκείνο που λέει ένας ποιητής, (εντός παρενθέσεως αναγράφεται το όνομα του Ι. Πολέμη)
‘Μη φοβηθείς αυτόν που στήριξε την πίστη πάνω στην ελπίδα, τον είδα στη ζωή να μάχεται, για πάντα ανίκητο, τον είδα’».
 Μελετηρός προσεχτικός και έξυπνος, όπως ήτανε ο έφηβος πια γυμνασιόπαις, αρίστευσε στις εξετάσεις του και προβιβάστηκε στην Τρίτη τάξη. Το καλοκαίρι του 1928, το πέρασε στο αγαπημένο του Κουφονήσι, που του χάριζε γαλήνη και ασφάλεια. Η αμέριμνη φυσική ζωή με το ψάρεμα στη θάλασσα, του εξασφαλίζανε άπειρες χαρές που τον ηρεμούσανε ψυχικά.
 Μετά τον γυρισμό του από τις καλοκαιρινές διακοπές στο Κουφονήσι ξαναγύρισε στο ίδιο Γυμνάσιο του Κολωνακίου. Ο αδελφός του είχε ήδη μεριμνήσει για την εγγραφή του. Μια απρόοπτη συνάντηση, έξω από το Σχολείο με δυο γνωστούς που πήγαιναν κι αυτοί για θεραπεία στο Παστέρ, τον έκαναν να τρομάξει. Δεν ήθελε για κανένα λόγο να μαθευτεί η αρρώστια του στο σχολικό περιβάλλον. Με τρόμο το ‘βαλε στα πόδια κι έτρεξε στην Κλινική του αδελφού του. Εξιστορεί στον αδελφό του το συμβάν, εκφράζοντας του συγχρόνως την σκέψη του να αλλάξει Σχολείο. Ο αδελφός του, του προτείνει να του αγοράσει, μαζί με κάποιον φίλο του ονόματι Δημήτρη Μυτουλάκη, μια μπυραρία. Τον διαβεβαιώνει πως θα απασχολούτανε  μόνο στο ταμείο κι έτσι θα ξεκουραζότανε από το διάβασμα και το γράψιμο. Ανένδοτος όμως ο Επαμεινώνδας, τονίζει στον αδελφό του τη θέληση του να προοδεύσει οπωσδήποτε στα Γράμματα. Κάμπτεται ο Κλινικάρχης γιατρός και τον μεταγράφει στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών, που βρισκότανε στο τετράγωνο Πειραιώς, Κολοκυνθούς, Αγησιλάου και Μέτωνος.  Από κει θα πάρει τελικά και το γυμνασιακό απολυτήριο.
 Το καλοκαίρι του 1930 ξαναπήγε ο Επαμεινώνδας στο Κουφονήσι, ενώ η αδελφή του, η Μαρία, έφυγε για τα περίφημα ραδιούχα λουτρά της Ικαρίας. Την αμέριμνη και ξένοιαστη ζωή του νησιού, τάραξε μια απρόσμενη τηλεγραφική πρόσκληση, που στάλθηκε κατά το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη κι έγραφε. «Να έλθει ο πατέρας και ο Επαμεινώνδας διότι ο Γιώργος ασθενεί βαρέως». Το ίδιο τηλεγράφημα στάλθηκε και στην Μαρία.
 Κείνες τις μέρες ένα ξαφνικό μπουρίνι είχε καθηλώσει τον Επαμεινώνδα στο Κουφονήσι. Μόλις κόπασε κάπως ο αέρας με μια βάρκα βγήκε στην απέναντι ακτή. Εκεί τον περίμενε μια ομάδα συγγενών που του ανήγγειλε τη δυσάρεστη είδηση. Μόλις την άκουσε φώλιασε μέσα του η ιδέα πως οι γιατροί, δύσκολα παθαίνουνε κάποιο κακό. Στα γρήγορα ετοίμασε τη βαλίτσα του. Με άλογο ξεκινήσανε, μαζί με τον αδελφό του Φιλοκτήτη, για την Ιεράπετρα όπου φτάσανε αργά το βράδυ. Διανυκτερεύσανε σε ξενοδοχείο. Το άλλο πρωί βρήκε μεταφορικό μέσο για το Ηράκλειο. Έφτασε εκεί κατά το μεσημέρι, ενώ το πλοίο θα έφευγε το απόγευμα. Μετά από 24 ώρες έφτασε στον Πειραιά. Στα γρήγορα παίρνει τον ηλεκτρικό συρμό. Κατεβαίνει στον ηλεκτρικό σταθμό της Ομόνοιας. Εκεί, στην είσοδο του Ξενοδοχείου «Μέγας Αλέξανδρος», μαθαίνει από τον αρχιθαλαμηπόλο το τραγικό γεγονός. Ο ίδιος ο Επαμεινώνδας σημειώνει. «…να σκεφτώ ήταν αδύνατον γιατί δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό μου, ότι ο ήλιος, η ελπίδα της ζωής μας, μας είχε εγκαταλείψει στα τριάντα του χρόνια».
 Με βαριά βήματα τράβηξε, ο μικρός Νώντας, το δρόμο για το σπίτι.  Εκεί βρήκε τον πατέρα του, που είχε έλθει νωρίτερα και πρόλαβε την κηδεία. Παρούσα και η Μαρία, που είχε έλθει νωρίτερα κι αυτή από την Ικαρία. Αγκαλιαστήκανε και οι τρεις κλαίγοντας και μέσα από τα αναφιλητά τους, ακούστηκε η φωνή του πατέρα. «παιδιά μου υπομονή, ο θεός κι εγώ θα σας προστατεύσομε. Μη φοβάσθε και μη στενοχωριέστε».
 Από τα λόγια του πατέρα παίρνουν θάρρος τα δυο παιδιά, ο δεκαεξάχρονος Νώντας και η αδελφή του Μαρία και προσπαθούν να νοικοκυρευτούν. Δεν θέλανε πια να μένουν κοντά στην Κλινική του αδελφού τους, ούτε να περνούνε απ’ εκεί. Βρίσκουνε ένα σπίτι στον Κολωνό, κοντά στο σπίτι του εξαδέλφου τους Νικολάου Παντουβάκη και μετακομίζουν.
 Σε λίγες μέρες, αφού τακτοποιηθήκανε τα δυο αδέλφια στη νέα τους κατοικία, κρατώντας ο Νώντας το ενδεικτικό της τετάρτης τάξης, πήγε στο Γυμνάσιο του να γραφτεί. Μόλις τον είδανε, ο γυμνασιάρχης και οι καθηγητές του, να φορά μαύρο περιβραχιόνιο, τρομάξανε. «Τι σου συμβαίνει παιδί μου;» τον ρωτήσανε. «Πέθανε ο αδελφός μου, ο προστάτης μου και τώρα δεν έχω κηδεμόνα, μπορείτε έτσι χωρίς κηδεμόνα να με εγγράψετε;» Ένας νέος καθηγητής ονόματι Γεώργιος Σεργάκης, προθυμοποιήθηκε να γίνει ο κηδεμόνας του.
 Από το θάνατο του αδελφού του και μετά, ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης, συνεχίζει με πολλές διακρίσεις την γυμνασιακή του πορεία, αλλά και με πολλά βάσανα. Οι διώξεις των χανσενικών από την Αστυνομία, τους αναγκάζουν συνεχώς, αυτόν και την αδελφή του, να αλλάζουν σπίτι για να χάνουν τα ίχνη τους. 
 Οι γιατροί του Παστέρ, Καμινόπετρος και Μπλάνς, αγωνίζονται να πείσουν τους πάντες ότι η λέπρα δεν είναι τόσο εύκολα μεταδοτική και ότι με τη θεραπεία, οι ασθενείς αποβαίνουν αρνητικοί και ακίνδυνοι. Η Αστυνομία πάει στο Ινστιτούτο Παστέρ και ζητά τον κατάλογο των χανσενικών. Αναγκάζονται να της τον δώσουν, αλλά παράλληλα, δυο υπάλληλοι ειδοποιούν τους ασθενείς που κάνουν θεραπεία, να μη προσέλθουν για κάμποσες μέρες. Μετά απ’ αυτή την ενέργεια των ανθρώπων του Ινστιτούτου, η παγάνα που είχε στήσει η Αστυνομία για να συλλάβει τους χανσενικούς και να τους στείλει στην κόλαση της Σπιναλόγκας, αποτυγχάνει.
 Καμινόπετρος και Μπλανς παραπέμπονται σε δίκη με την κατηγορία της υπόθαλψης λεπρών. Ο πρώτος καταδικάζεται με αναστολή, ενώ ο δεύτερος, ως Γάλλος υπήκοος απαλλάσσεται. Αλλά και το κοινό, τρέφει κάποιους φόβους, έναντι των ασθενών της ιεράς νόσου, και τους καταδίδει στην Αστυνομία.
 Ο σάλος που είχε ξεσπάσει μέσα στην κοινωνία εναντίον των λεπρών, αναγκάζει την Κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, με Υπουργό Υγείας τον Χριστομάνο, να ιδρύσει, το 1929, έναν αντιλεπρικό σταθμό σιδερόφραχτο, που ‘μοιαζε περισσότερο με φυλακή παρά με νοσηλευτικό ίδρυμα, μέσα στο νοσοκομείο των λοιμωδών νόσων, στην αγία Βαρβάρα Αττικής. Ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον των δυστυχισμένων ασθενών είχε ξεσπάσει. Δεν εδιώκοντο μόνο οι ασθενείς αλλά και όποιος γιατρός τους υπέθαλπε.
 Με αυτές τις συνθήκες, ήτανε, για τον Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, ένας άθλος, το πώς τέλειωσε το Γυμνάσιο με άριστα και με άριστα εισήλθε και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η συνεχιζόμενη θεραπεία του με χίλιες  δυο προφυλάξεις, στο Ινστιτούτο Παστέρ είχε δαμάσει την αρρώστια του και ουδέν ίχνος, ορατό με γυμνό μάτι, πρόδιδε την δυστυχία του. Παρά ταύτα, συλλαμβάνουν πρώτα την αδελφή του Μαρία και την εγκλείουν στην Σπιναλόγκα. Μετά από λίγες μέρες, 18 Οκτωβρίου 1935,  συλλαμβάνουν και τον ίδιο, όταν άρχιζε το τρίτο έτος των σπουδών του και τον εγκλωβίζουν στο σιδηρόφρακτο αντιλεπρικό σταθμό της Αγίας Βαρβάρας. Η ζωή του εκεί γίνεται δυσβάσταχτη και ανυπόφορη, γι’ αυτό και αποφασίζει μετά από λίγους μήνες, Μάρτιος 1936, να πάει μόνος του και να εγκλειστεί στο μεσαιωνικό κάστρο της Σπιναλόγκας. Φτάνει εκεί στις 11 του Μάρτη. Συναντά αμέσως την αδελφή του Μαρία και μένουν μαζί στο ίδιο σπίτι.
 Για την πρώτη του νύχτα στο κολαστήρι του ξερού και άνυδρου βράχου, ο Ρεμουντάκης, αφηγείται, «…αυτή ήταν η πρώτη νύχτα που πέρασα δεσμώτης σαν τον Προμηθέα πάνω στο βράχο της Σπιναλόγκας σε ηλικία 21 ετών, την εποχή των ονείρων κάθε ανθρώπου που έρχεται στη γη. Με μια διαφορά, ότι, του Προμηθέα ο αετός, κατέτρωγε το συκώτι που αναγεννάτο στο διάστημα της νύχτας, ενώ εις εμένα και τους άλλους συνασθενείς μου, η ασθένεια του Χάνσεν καταβρόχθιζε και αισθήσεις και σάρκες και οστά. Τίποτα δεν άφηνε ανέπαφο και σε όλα ήθελε να επιβάλει την κυριαρχία της. Σύμμαχο και βοηθό της είχε την στενοχώρια και την απελπισία των αρρώστων…»
 Την επαύριον το πρωί, πήγαν μερικοί φίλοι να τον καλωσορίσουνε και μετά πήγανε όλοι μαζί, σ’ ένα από τα τρία καφενεία που λειτουργούσαν στο νησί. Καθίσανε στη βεράντα με θέα την λιμνοθάλασσα προς τη μεριά της Πλάκας και της Ελούντας. Αμέσως ήρθανε και καθίσανε γύρω του, κάμποσοι ασθενείς που του εξέφρασαν πρώτα τη λύπη τους για το ατύχημα του και ύστερα του εξομολογηθήκανε, πως πόθος τους και επιθυμία τους ήτανε, να έλθει ένας άρρωστος που να ξέρει πολλά γράμματα και να μπορεί να διεκδικήσει τα δίκαια αιτήματα τους.
 Με μια πρώτη ματιά, διαπιστώνει ο Ρεμουντάκης, ότι εκεί πέρα υπήρχε ένας κόσμος αγνός, απλοί χωρικοί, που ενώ ήξεραν πως είχανε δίκιο, δε μπορούσανε να το διεκδικήσουνε. Από την πρώτη μέρα γεννιέται στο μυαλό του η ιδέα της οργάνωσης με τη ίδρυση και λειτουργία ενός Συλλόγου. 
 Μετά μια βδομάδα, από την είσοδο του στο Νησί, πεθαίνει στις 18 του Μάρτη του 1936, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Αμέσως συλλαμβάνει την ιδέα ο Ρεμουντάκης να διοργανώσει όταν συμπληρωθούν οι σαράντα μέρες, 40/ήμερον Μνημόσυνο υπέρ του Βενιζέλου. Τυπώνει και τοιχοκολλά αγγελτήρια όχι μόνο στο Νησί αλλά και στα γύρω χωριά. Παραγγέλλει κόλλυβα σε ζαχαροπλαστείο του Ηρακλείου με την εντολή να γράψουνε πάνω τους με ασημένια κουφέτα το όνομα του Εθνάρχη. Τη μέρα του Μνημόσυνου κατασκευάζει μέσα στην Εκκλησία κενοτάφιο και το στολίζει με τη φωτογραφία του νεκρού, πλαισιωμένη με μαύρο κρεπ. Το Νησί γέμισε κόσμο από τα γύρω χωριά, που ήρθανε να τιμήσουνε τη μνήμη του επιφανούς πολιτικού. Στο τέλος του Μνημόσυνου εκφωνεί λόγο, εξάρας τις αρετές του τιμώμενου Νεκρού και η όλη τελετή ολοκληρώθηκε με πολλή επιτυχία και μετά πολλών επαίνων στο πρόσωπο του οργανωτή.
 Σε λίγες μέρες ήρθε και το Πάσχα. Οργανώνει τελετή περιφοράς της εικόνας της Αναστάσεως, γύρω από το Νησί, το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα. Οι κάτοικοι ενθουσιασμένοι προσφέρουν καλιτσούνια, κόκκινα αβγά και τσουρέκια. Ο Ρεμουντάκης καθιερώνεται, στη συνείδηση των συμπασχόντων του, αρχηγός.
 Ύστερα από την ανάδειξη αυτή της προσωπικότητας του, προχωρεί στη δημιουργία του Συλλόγου. Ο ίδιος αναφέρει τους λόγους που τον ωθήσανε σ’ αυτή την ενέργεια. «Σκέφτηκα πολύ και κατέληξα εις το ότι, για να επιτύχει ο αγώνας της βελτίωσης της θέσεως των αρρώστων, έπρεπε να υπάρχει ένα επίσημο νομικό πρόσωπο, ένα σωματείο των ασθενών αναγνωρισμένο από το Πρωτοδικείο, για να αναγνωρίσει, υπεύθυνα και επίσημα, τα αιτήματα των αρρώστων. Μοιρασμένοι σε μονάδες χωρίς οργάνωση η φωνή μας έσβηνε». Συντάσσει ο ίδιος το καταστατικό και το υποβάλλει στο Πρωτοδικείο Λασιθίου. Οι δυο κυριότεροι όροι του καταστατικού ήτανε, η βελτίωση των όρων διαβίωσης των ασθενών και η απόκτηση των μέσων πολιτισμού που θα άμβλυναν  τον μαρασμό και την απόγνωση των αρρώστων. Σ’ ένα μήνα το καταστατικό είχε αναγνωριστεί από το Πρωτοδικείο, με την επωνυμία «Αδελφότης ασθενών Σπιναλόγκας ο Άγιος Παντελεήμων» και με εκατόν εξήντα ιδρυτικά μέλη. Αμέσως μετά γίνονται αρχαιρεσίες με όλους τους νόμιμους τύπους, κατά τις οποίες, ο Ρεμουντάκης, εκλέγεται παμψηφεί Πρόεδρος. Όλοι οι ασθενείς το χαρήκανε γιατί ‘χανε καιρό να συμμετάσχουνε στη συνταγματική διαδικασία «του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. 
 Στις 27 Ιουλίου, εορτή του Αγίου Παντελεήμονος, ο Ρεμουντάκης διοργάνωσε γιορτή προς τιμήν του αγίου και προστάτη του Σωματείου του οποίου ηγείτο. Το Μνημόσυνο του Βενιζέλου, ο εορτασμός του Πάσχα και η οργάνωση της πανηγύρεως επιδράσανε θαυματουργικά και αλλάξανε τον τρόπο σκέψεως τόσο των ασθενών όσο και των υγιών. Λέει σ’ αυτό το σημείο ο Ρεμουντάκης, που δείχνει την ταπεινοφροσύνη του και το μεγαλείου της ψυχής του. «Μια άλλη μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλα ήταν ότι, ενώ αγωνιζόμουν για την οργάνωση, στην κατάλληλη ώρα αποσυρόμουν και άφηνα να προβάλλονται τα άλλα μέλη του Συμβουλίου και άλλη που ήσαν απλά μέλη, για να τους κεντρίσω τον εγωισμό ότι απ’ αυτούς έγιναν όλα».
 Πρώτη μεγάλη επιτυχία της Οργάνωσης των Χανσενικών ήτανε η εξεύρεση οδοντιάτρου για την οδοντο-ιατρική τους περίθαλψη. Μέχρις εκείνης της χρονικής στιγμής, δεν δεχότανε κανείς οδοντίατρος να πάει στη Σπιναλόγκα. Με τις ενέργειες του Προέδρου της, βρέθηκε κάποιος συνταξιούχος οδοντίατρος, ονόματι Ιωάννης Βλαστός, ο οποίος έθεσε τις υπηρεσίες του εθελοντικά, για τις ανάγκες των ασθενών-χανσενικών.
 Στα πολλά άλλα επιτεύγματα του Ρεμουντάκη, ως Προέδρου της αδελφότητας των Χανσενικών, συμπεριλαμβάνονται. Η διοργάνωση τελετών, γάμων, βαπτίσεων και κηδειών. Η διοργάνωση γλεντιών με ορχήστρα κρητικής μουσικής. Η επισκευή και συντήρηση των δέκα επτά δεξαμενών συλλογής όμβριων υδάτων και η κατασκευή δυο ακόμη. Η προμήθεια επιδεσμικού υλικού. Μέχρις εκείνης της ώρας, χρησιμοποιούνταν, ως επιδεσμικό υλικό, κομμάτια από παλιά εσώρουχα, που τα έπλεναν και τα ξανάπλεναν ειδικές πλύστρες. Η δημιουργία περιφερειακού δρόμου τσιμεντοστρωμένου.  Η κατεδάφιση των ερειπίων και στη θέση τους, η κατασκευή τοίχου. Η κατασκευή στηθαίου στην άκρη του δρόμου, ώστε να διευκολύνονται οι τυφλοί και να αναπαύονται οι περιπατητές. Η πάταξη της χαρτοπαιξίας επί χρήμασι μέσα στα τρία καφενεία, ένεκα της οποίας, μερικοί αετονύχηδες ξαργυρώνανε το φτωχό επίδομα αθώων θυμάτων. Με διαμαρτυρίες και συνεχείς παραστάσεις προς τους αρμοδίους, ψηφίστηκε νέος κανονισμός του νοσηλευτηρίου με αύξηση του νοσηλευτικού προσωπικού. 
 Εκατόν και πλέον παιδιά γεννηθήκανε στην Σπιναλόγκα. Από αυτά τρία ή τέσσερα ακολουθήσανε την μοίρα των γονέων τους.
 Για την αρρώστια του Χάνσεν ο Ρεμουντάκης αναφέρει. «Η ασθένεια του Χάνσεν ήταν η αρχαιότερη νόσος και η μόνη που αναφέρεται λεπτομερώς στην Πεντάτευχο του Μωϋσή… Οι αιώνες πέρασαν και ήλθε στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο της Αγάπης. Ανάμεσα στα πολλά θαύματα που έκαμε στο διάστημα της επί γης ζωής του, ήταν και η θεραπεία των δέκα λεπρών... Η ασθένεια αυτή ενδημούσε στην Ασία και την Αφρική. Το 823 μ. χ.  μια μεγάλη αρμάδα από Σαρακηνούς, ξεκινώντας από την Αφρική, με επικεφαλής τον Αμπού Χαν Ομάρ, ήλθε και αγκυροβόλησε στη νότια ακτή της Κρήτης, πλησίον της σημερινής Βιάνου. Εκατόν τριάντα πέντε χρόνια κράτησε η κατοχή της Κρήτης από τους Σαρακηνούς κουρσάρους. Αυτοί ήσαν οι φορείς, που μαζί με τα τόσα δεινά που επεφόρτησαν στον μαρτυρικό λαό της Κρήτης, του κληροδότησαν και την ασθένεια του Χάνσεν…».
 Λίγο πριν κηρυχτεί ο πόλεμος η υγεία της αδελφής του της Μαρίας χειροτέρευε και από την ανάγκη αυτή πιεζόμενος αναγκάστηκε να παντρευτεί. Βρέθηκε μια κοπέλα, η Τασία, από το Απίδι, που ακολούθησε τους άρρωστους γονείς της στη Σπιναλόγκα. Τον Οκτώβριο του 1939 την παντρεύτηκε. Η Τασία, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, ο Ρεμουντάκης, υπήρξε, επί 34 χρόνια, ο άγγελος της παρηγοριάς του.
 Στην περίοδο της ιταλικής κατοχής, κατείχε τους ασθενείς ο φόβος, μήπως οι ιταλοί τους εξοντώσουν, όπως εξόντωσαν, κάποτε, δυο χιλιάδες χανσενικούς στην Αβυσηνία. Με την πάροδο όμως του χρόνου αυτή η υποψία εξέλειπε. 
 Το μεγάλο όμως πρόβλημα της κατοχής ήτανε, η έλλειψη τροφίμων. Όπως παντού, έπεσε πείνα και στη Σπιναλόγκα. Πρώτα, τους φέρανε οι Ιταλοί λίγο ψωμί με λίγα χαρούπια. Με πρωτοστάτη τον Ρεμουντάκη διαμαρτυρηθήκανε και η διαμαρτυρία τους αυτή  απέδωσε, στο να τους φέρνουνε αμέσως, λευκό αλεύρι, μακαρόνια, ρύζι και ζάχαρη, που μοιραστήκανε εξίσου σ’ όλους τους τροφίμους του Νησιού. Στη συνέχεια, ο Ερυθρός Σταυρός, τους χορήγησε στάρι και οι Λασιθιώτες του Οροπεδίου, με έρανο, τους φέρανε πατάτες. Οι ασθενείς, λόγω έλλειψης αλατιού, δημιουργήσανε μόνοι τους αλυκές που τις γεμίζανε με νερό της θάλασσας κι έτσι το πρόβλημα αυτό λύθηκε κατά τον καλύτερο τρόπο. Τη διατροφή τους συμπληρώνανε με άφθονα ψάρια, που ψαρεύανε μόνοι τους.
 Την ιταλική κατοχή διαδέχτηκε η γερμανική και τα πράματα αγριέψανε. Μια μέρα ο ασθενής Νικόλαος Αντωνακάκης, βγήκε απέναντι στην Πλάκα για να πάρει κάτι τρόφιμα που του ‘φερε ο αδελφός του. Τον είδανε οι Γερμανοί και νομίζοντας πως το ‘σκασε, τον εκτελέσανε επί τόπου. Κατά την γερμανική κατοχή υπήρχε μεγάλη έλλειψη τροφίμων. Δεν τους αφήνανε να ψαρέψουνε. Στερηθήκανε και τα ψάρι αλλά και το κρέας. Από τα χαρούπια μάθανε να παίρνουνε το χαρουπόμελο. Μόνοι τους καταφέρανε, να κάνουνε πολτώδες σαπούνι, για να πλένονται αυτοί και να πλένουν και τα ρούχα τους. Από την πείνα, πέθαναν περί τους εκατό ασθενείς.
 Το Μάρτιο του 1942 πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια η Μαρία, η αδελφή του και αυτό, του στοίχισε πάρα πολύ. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους οι Ιταλοί τουφέκισαν τον μικρότερο αδελφό του Βίκτωρα, αφού τον υποχρέωσαν πρώτα να σκάψει τον λάκκο του. Το 1947 πεθαίνει ο μεγαλύτερος αδελφός του Μανώλης. Όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα επιβαρύνανε την υγεία του, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί τελικά.
 Και μετά την απελευθέρωση τα πράματα δεν ήταν και τόσο καλά για τους ασθενείς. Πολλές φορές κάμανε απεργία πείνας και στήσανε ένα πανό προς  την πλευρά της απέναντι ακτής πάνω στο οποίο γράψανε, «εδώ είναι η κόλαση του Δάντη. Διαβάτη με τη βάρκα που περνάς, η θάλασσα που είναι κάτω από τα πόδια σου, δεν είναι θάλασσα, είναι τα δάκρυα των λεπρών…»
 Από το 1942 είχε ανάψει μια αμυδρή σπίθα ελπίδας στον ορίζοντα των ερευνών, για το φάρμακο της λέπρας. Αυτό ήτανε οι σουλφίνες σε ενέσεις προμόνης. Το φάρμακο αυτό, προοριζότανε αρχικά για τους φυματικούς, αλλά κατόπιν σκεφτήκανε οι επιστήμονες-ερευνητές, να το χορηγήσουν και στους Χανσενικούς. Το θαύμα, που τόσες χιλιετηρίδες περίμεναν οι δυστυχισμένοι χανσενικοί, έγινε πραγματικότητα.
 Το 1951 άρχισε η πρώτη έξοδος των χανσενικών από τη Σπιναλόγκα. 
 Τον Μάρτιο του 1956, καταφτάνουν τρία πετρελαιοκίνητα καΐκια στο Νησί, που αποβιβάσανε μια μεγάλη ομάδα επισήμων με επικεφαλή, τον τότε Υπουργό Υγείας Πολυζογόπουλο. Μετά την προσφώνηση που του έκαμε ο Ρεμουντάκης, ο Υπουργός, τον ρώτησε. «Ποια είναι τα αιτήματα σας;» άμεση ήτανε η απάντηση του Ρεμουντάκη που με υψωμένη τη γροθιά είπε. «Ένα και μόνο να φύγομε απ’ εδώ ζωντανοί και πεθαμένοι». Αυτό ήτανε και το τέλος του τραγικού παιγνιδιού, που παίχθηκε επί σαράντα τρία χρόνια πάνω στο Νησί της Σπιναλόγκας.
 Τέλος, ο ακαταπόνητος αυτός κοινωνικός εργάτης, Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης, που αφιέρωσε τη ζωή του για τους συμπάσχοντες του, εκφράζει στο μικρό πόνημα του με τίτλο «ΑΪΤΟΣ ΧΩΡΙΣ ΦΤΕΡΑ», την αιώνια ευγνωμοσύνη του, προς όλους, όσους προσέφεραν μικρές ή μεγάλες υπηρεσίες, σπογγίζοντας το αστείρευτο δάκρυ των χανσενικών.

ΚΩΣΤΗΣ Ν ΖΕΡΒΑΚΗΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2011




 
< Προηγ.   Επόμ. >