Kopfbereich

Direkt zum Inhalt Direkt zur Navigation

Inhalt

Τα Παρανόμια μας Εκτύπωση E-mail
Αξιολόγηση χρήστη: / 9
ΦτωχόΑριστο 
Γράφει ο/η Οδυσσέας Τσαγκαράκης   
13.05.08

ΤΑ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ ΜΑΣ

     

            Από τα πανάρχαια χρόνια ο άνθρωπος δεν έπαψε να παρανομιάζει τον διπλανό του, να του προσάπτει κάποιο σκωπτικό ή άλλο χαρακτηρισμό που σιγά σιγά καθιερωνόταν και επικρατούσε. Εισαγωγικά θα σχολιάσω τρία παραδείγματα από την αρχαία Ελλάδα.

Ο Πλάτωνας, ο κορυφαίος Έλληνας φιλόσοφος, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Αθήνας, ήταν το παρανόμι (παρατσούκλι) του Αριστοκλή, γιου του Αρίστωνα και της Περιεκτιόνης. Κάποιος παιδοτρίβης (γυμναστής) τού έδωσε το όνομα αυτό επειδή ο νέος είχε ευρύ στέρνο και πλατύ μέτωπο. Με την πάροδο του χρόνου ο Αριστοκλής έγινε γνωστός με το παρανόμι του.

Άλλο παράδειγμα είναι ο Οιδίποδας, ο μυθικός βασιλιάς των Θηβών, γνωστός από τις ομώνυμες τραγωδίες του Σοφοκλή. Οι γονείς του, Λάιος και Ιοκάστη, δεν του έδωσαν καν όνομα αφού ο Λάιος έδεσε τα πόδια του βρέφους με λουρί και το παρέδωσε σε έμπιστο υπηρέτη για να το εγκαταλείψει στον Κιθαιρώνα. Το βρήκε ωστόσο βοσκός και το έφερε στον Πόλυβο, βασιλιά της Κορίνθου, που το υιοθέτησε. Δεν ξέρομε αν ήταν ο βασιλιάς, η βασίλισσα ή κάποιος άλλος που του έδωσε το όνομα Οιδίποδας (οίδημα + πους = πρήξιμο + πόδας) επειδή τα πόδια του βρέφους ήταν πρησμένα από την κακοποίηση.

Η περίφημη εταίρα της Αθήνας η Φρύνη είναι επίσης ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το αληθινό της όνομα ήταν Μνησαρέτη και καταγόταν από τις Θεσπιές της Βοιωτίας. Το παρανόμι Φρύνη προέρχεται από τη λέξη φρύνη (και φρύνος), είδος βατράχου (αφορδακού!) με ωχρό χρώμα. Από τις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη μαθαίνομε ότι και άλλες Αθηναίες εταίρες πήραν το όνομα αυτό από την απόχρωση της επιδερμίδας.

Γενικά τα παρανόμια αντικατοπτρίζουν, μπορεί να πει κανείς, μια κοινωνία, απεικονίζουν χαρακτήρες, παραπέμπουν σε επαγγέλματα, κτλ. Η μελέτη τους έχει ιδιαίτερο λαογραφικό και εθνολογικό ενδιαφέρον. Ανέκαθεν ο Τουρλωτιανός διέθετε μια σατιρική διάθεση που συνδύαζε με αρκετή φαντασία. Τα πιο γνωστά παρανόμια υπολογίζονται στα 200. Η καταγραφή και ταυτοποίησή  τους αποτελεί ένα από τα desiderata της έρευνας. Ένα άλλο είναι η προέλευση και το εννοιολογικό τους εύρος. Ο αριθμός πάντως είναι εντυπωσιακός καθώς η Τουρλωτή των παιδικών μας χρόνων δεν αριθμούσε ασφαλώς πάνω από 150 οικογένειες. Σημειώνω βέβαια ότι αρκετοί Τουρλωτιανοί (μικροί και μεγάλοι) ήταν (και είναι) γνωστοί με δύο ή και περισσότερα παρανόμια. Η ταξινόμησή τους είναι δύσκολη αλλά χρήσιμη και η σταχυολόγηση φυσικά υποκειμενική. 

Τα προερχόμενα από παραδοσιακά επαγγέλματα παρανόμια είναι λίγα: Σκετζής, Σομαράς, Διανομέας, Χαρκιάς, Μουλαράς, Κουρέας, Σκοινάς, Εξουσία. Κάποια απ’ αυτά, όπως π.χ. Εξουσία, εμπεριείχαν και μια δόση ειρωνείας (ο αγροφύλακας, που υπονοεί ο χαρακτηρισμός Εξουσία, ήταν απλά ένας υπάλληλος), ενώ κάποια άλλα, όπως π.χ. Σκοινάς, αποτύπωναν την επαγγελματική δραστηριότητα, χωρίς κάποια μειωτικά ή χλευαστικά υπονοούμενα.

Λίγα παρανόμια συνδέονται με τον τόπο καταγωγής ή την εθνικότητα: Μουλιανίτης, Πισκοκεφαλιανός, Καρπάθιος, Σταυροχωριανός, Κρητικός, Έλληνας, Αμερικάνος, Αφρικανός, Ιταλάκης.

Άλλα παρανόμια σχετίζονται με κάποιες ιδιότητες ή ιδιαιτερότητες (ελαττώματα, σωματική διάπλαση και δύναμη, ικανότητες, περπάτημα, μέγεθος οργάνων, βίτσια, ποιότητα φωνής,  βιαιότητα, κτλ.): Αντράκι, Κουτσογιάννης, Όφις, Κουφός, Κακό Πράμα, Σκλόπα, Φαφλατάς, Μαρκουτσάς, Βουβός, Κακός, Γαληνόγαμπρος, Πιοτό, Τσούκος, Κατσούλι, Καμπανόκρασος, Βουργάρα, Παλίκαρος, Κουλάφτα, Μακρύς, Βαρβάρα. Εδώ ανήκουν  και τα προαναφερθέντα παραδείγματα από την αρχαία Ελλάδα.

Τα περισσότερα παρανόμια σατιρίζουν χωρίς να στοχεύουν σε κάποιο «κουσούρι»: Δάσκαλος (μεροκαματιάρης που φόρεσε κάποτε κουστούμι), Καζίκος, Ντρουβάς,  Σγούρδας, Κωτσόβολος, Παιδί, Τσιφτές, Μανιάς, Ζαχαροπλάστης, Κακασά, Σβούρος, Διαβολέτης, Κουτούνιος, Σαίτης, Πουσουνιά, Κόφηνας, Ακονιστής, Καράς, Γίγαντας, Καρακοτή, Καρόλης, Ζουβόκαλη, Χάρος, Μπρόκος, Σγουνίτης, Στάκα, Παγκανίνι, Ερμής, Σγουρός, Ματίνα, Μέλης, Λεβεντογιάννης, κ.α. Υπάρχουν ακόμη και παρανόμια που μπορεί να μην είναι χυδαία αλλά δύσκολα δημοσιοποιούνται.

Σημειώνω επίσης ότι μερικά παρανόμια βγήκαν από λέξεις ή φράσεις που είπαν κάποιοι (χωρίς να αυτοσαρκάζονται): Σκολινή (αγρότης απάντησε όταν ρωτήθηκε γιατί κρατούσε δύο μπαστούνες, «Η μια ΄ναι σκολινή!»). Καγιάφας (εργάτης είπε σε νεαρούς που κάθονταν κάτω από σκίνο πριν από τη φόρτωση στο Αλτσί, «Το μαϊμούνι παίζετε ωρέ ατά, Καγιάφηδες;»). Καζίκος (ψαράς απευθύνθηκε στον Άγιο, «Πράμα δε σου δίνω, Καζικονικολή!»). Μαρκουτσάς (εργάτης είπε πειραχτικά σε Σφακιανό στο Αλτσί, «Το μαρκούτσι μου, η μαρκούτσα μου, η μαρκουτσάρα μου!»).

Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και λίγα παρανόμια που αποτελούνται από μια φράση: Κύριε Παπά (προσφώνηση μαθητή του δημοτικού, «Καλημέρα, κύριε παπά!»), Εδώ Στροφή (νέα μονολογούσε στο δρόμο κάνοντας και το αυτοκίνητο, «Κορίτσι έμορφο και νάιλον που πας τη στράτα στράτα, πού πας; Πάω στο χωριό στην Τουρλωτή. Εδώ στροφή! Ντίιιιιιιιιιιιι...» (κορνάρισμα!)), Επί Πλέον Ζουρνάλ (κάποιος απάντησε όταν ρωτήθηκε αν στη γιορτή είχαν καλό φαγητό, «Και επί πλέον ζουρνάλ». Βρήκε δηλ. στο τραπέζι κάτι περισσότερο από το αναμενόμενο μενού. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται το σινεμά της δεκαετίας του ’50 που έπαιζε συνήθως, πριν από την προβολή του έργου, θέματα από τη διεθνή επικαιρότητα, το λεγόμενο «Ζουρνάλ» (αγγλισμός από τη λέξη «journal»)). Γκράτσια Τανάλια (είπε κάποιος σε Ιταλό την Κατοχή, επιστρέφοντας την τανάλια που δανείστηκε).

Σε ορισμένες περιπτώσεις το παρανόμι πήρε τη μορφή οικογενειακού ονόματος με την προσθήκη της παραγωγικής κατάληξης -ακης: Καικαικάκης (κάποιος που τσέβδιζε). Στο Ρέθυμνο π.χ. το ίδιο παρανόμι είναι Καικαίς. Ιδού η δημιουργική φαντασία του Τουρλωτιανού! Άλλα παρανόμια σε -ακης: Καμπουράκης, Καρτάκης, Σβηκάκης, Τσιμπισκάκης, Καβουσανάκης, Καλοχριστιανάκης, Σημαντιράκης, Μπροκάκης, Μαραγκάκης, Καπαράκης, Ιταλάκης κ.α. Λιγότερο γνωστά (στην Τουρλωτή) είναι τα οικογενειακά ονόματα σε -ης (π.χ. Τσομπάνης). Αρκετά παρανόμια λήγουν ωστόσο σε -ης: Μαθαιογιάννης, Τζουανογιάννης, Τζουανομιχάλης, Κοντογιάννης, Χαραλαμπογιάννης, Καρπαθομανώλης. Δεν κομίζω γλαύκα λέγοντας ότι πολλά από τα σημερινά οικογενειακά ονόματα προέρχονται από παρανόμια που κάποιοι έδωσαν σε άλλους λόγω του επαγγέλματός τους, των (κακών) συνηθειών, της σωματικής διάπλασης κτλ.

Τα περισσότερα παρανόμια, όλα σχεδόν, είναι των ανδρών, ό,τι απηχεί μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Λίγα είναι των γυναικών: Σαϊτάκι, Λεντάκι, Καλογρά, Φορτάκι, Κατσαλή ή Κατσαλομαρία, Κουτρουλομαρία, Σγουραφίνι, Ανεζίνα, Νούνα, κ.α. Σημασία έχει ωστόσο ότι τα παρανόμια, με τις όποιες συνδηλώσεις τους, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής μας παράδοσης.

                                                                                             Οδυσσέας Τσαγκαράκης

 
< Προηγ.